Έτσι , λοιπόν , με εξαίρεση τη μεταβατική περίοδο της ύστερης αρχαιότητας , δηλαδή το διάστημα μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα , η βυζαντινή εποχή καθίσταται σαφές ότι δεν αποτελεί τμήμα της αρχαιότητας , αλλά συμπίπτει με αυτό που σε γενικές γραμμές αποκαλούμε Μεσαίωνα .
Οι Βυζαντινές σπουδές παρ’όλα αυτά και ιδίως η βυζαντινή φιλολογία , επικαλύπτονταν στο ερευνητικό τους φάσμα από τον κλάδο εκείνο που ονομάζουμε κλασική φιλολογία κι αυτό επειδή μεγάλο μέρος της βυζαντινής λογοτεχνικής παραγωγής είναι γραμμένο σε τέτοια μορφή της ελληνικής , που βασίζεται κυρίως σε κλασικά πρότυπα και ενσυναίσθητα επιδιώκει να κρατηθεί μακρυά από τις σύγχρονες γλωσσικές μορφές .
Τα κείμενα , λοιπόν , αυτά ήταν γραμμένα σε μια γλώσσα κλασικίζουσα και συνήθως μελετούνταν από τους ίδιους επιστημονικούς κύκλους που εξέταζαν και την κλασική λογοτεχνία , καθότι για τη μελέτη και των δύο πεδίων προϋποτίθεται η γνώση της ίδιας γλώσςας . Αυτή η ‘συνύπαρξη’ είχε ως αποτέλεσμα η βυζαντινή λογοτεχνία να παραγκωνίζεται και να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια που χρησιμοποιούνταν για τη μελέτη της κλασικής λογοτεχνίας . Και αναμενόμενα , μέσα από μια τέτοια σύγκριση , η βυζαντινή λογοτεχνία έβγαινε χαμένη κατά κράτος . Συνήθως , η εξέτασή της δεν λάμβανε καθόλου υπόψη της τις ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας της , αυτό , δηλαδή , ακριβώς που αποτελεί την ιδιαιτερότητά της .
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι συγγραφείς της να θεωρούνται απλοί απομιμητές των κλασικών προτύπων και σαφώς υποδεέστεροι των κλασικών συγγραφέων . ‘Βασική πρϋπόθεση για μια πιο δίκαιη κρίση είναι να έχουμε κατά νου το γεγονός ότι η βυζαντινή λογοτεχνία είναι προτίστως μια μεσαιωνική λογοτεχνία κι όχι μια παραλλαγή της αρχαίας’ , αναφέρει εύστοχα ο Rosenqvist .
Εν μέρει για αυτή την φιλολογική ‘κατηγορία’ είναι υπεύθυνοι και οι ίδιοι οι Βυζαντινοι συγγραφείς γιατί πράγματι αυτή η λογοτεχνία δίνει την εντύπωση ότι είναι περισσότερο αρχαία παρά μεσαιωνική και μάλιστα όχο μόνο από γλωσσικής και υφολογικής άποψης . Για παράδειγμα η χρήση αρχαίων και όχι των αντίστοιχών τους μεσαιωνικών λέξεων αποτελούσε απαράβατο κανόνα στη βυζαντινή συγγραφή , του οποίου η μη τήρηση δεν νοούνταν να υποθάλψει λογοτεχνική υπόσταση .
Η παφιωμένη , όμως , αυτή μορφολογική θέση είχε ως συνέπεια να επηρεαστεί και το περιεχόμενο των κειμένων . Έτσι , πολλά μεσαιωνικά κείμενα καταλήγουν να έχουν αχρονικό χαρακτήρα , ο οποίος ενισχύεται από την παράθεση αρχαίων κειμενικών αποσπασμάτων ή έστω από την υπαινικτική αναφορά τους . Το γεγονός δυσκολεύει και το έργο της χρονολόγησης των αχρονολόγητων ως τώρα κειμένων . Παρακάτω , θεωρείται σκόπιμη η παράθεση αποσπάσματος από το προαναφερθέν βιβλίο του Jan Olof Rosenqvist , που ενισχύει τα παραπάνω επιχειρήματα . ‘Αντί να θεωρήσουμε τα παραθέματα και τις διάφορες νύξεις ως δείγματα της έλλειψης αυτονομίας που χαρακτηρίζει ένα λογοτεχνικό έργο , ίσως είναι σκόπιμο να επισημάνουμε τη θετική συμβολή τους στην κατανόηση του κειμένου .
Κατά την επικοινωνία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη τα κειμενικά αυτά στοιχεία μπορεί να λειτουργήσουν ως δραστικά σήματα , τα οποία δίνουν στο συγγραφέα τη δυνατότητα να δημιουργεί με μικρά μέσα συνειρμούς που φωτίζουν το περιεχόμενο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία . Η σύγχρονη λογοτεχνία χρησιμοποιεί συχνά παρόμοια μέσα για τον ίδιο σκοπό . Εν προκειμένω , το φαινόμενο ονομάζεται , ως γνωστόν , «διακειμενικότητα» και απασχόλησε εντατικά τα τελευταία χρόνια τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας .
Τα πορίσματα μιας έρευνας αυτού του είδους θα μπορούσαν να διατυπωθούν με τη μορφή ενός «υπομνήματος παραλλήλων» , το οποίο θα ήταν αντίστοιχο με αυτό που συντάσσουν συνήθως οι εκδότες των βυζαντινών κειμένων .
‘ part 2 .
Οι Βυζαντινές σπουδές παρ’όλα αυτά και ιδίως η βυζαντινή φιλολογία , επικαλύπτονταν στο ερευνητικό τους φάσμα από τον κλάδο εκείνο που ονομάζουμε κλασική φιλολογία κι αυτό επειδή μεγάλο μέρος της βυζαντινής λογοτεχνικής παραγωγής είναι γραμμένο σε τέτοια μορφή της ελληνικής , που βασίζεται κυρίως σε κλασικά πρότυπα και ενσυναίσθητα επιδιώκει να κρατηθεί μακρυά από τις σύγχρονες γλωσσικές μορφές .
Τα κείμενα , λοιπόν , αυτά ήταν γραμμένα σε μια γλώσσα κλασικίζουσα και συνήθως μελετούνταν από τους ίδιους επιστημονικούς κύκλους που εξέταζαν και την κλασική λογοτεχνία , καθότι για τη μελέτη και των δύο πεδίων προϋποτίθεται η γνώση της ίδιας γλώσςας . Αυτή η ‘συνύπαρξη’ είχε ως αποτέλεσμα η βυζαντινή λογοτεχνία να παραγκωνίζεται και να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια που χρησιμοποιούνταν για τη μελέτη της κλασικής λογοτεχνίας . Και αναμενόμενα , μέσα από μια τέτοια σύγκριση , η βυζαντινή λογοτεχνία έβγαινε χαμένη κατά κράτος . Συνήθως , η εξέτασή της δεν λάμβανε καθόλου υπόψη της τις ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας της , αυτό , δηλαδή , ακριβώς που αποτελεί την ιδιαιτερότητά της .
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι συγγραφείς της να θεωρούνται απλοί απομιμητές των κλασικών προτύπων και σαφώς υποδεέστεροι των κλασικών συγγραφέων . ‘Βασική πρϋπόθεση για μια πιο δίκαιη κρίση είναι να έχουμε κατά νου το γεγονός ότι η βυζαντινή λογοτεχνία είναι προτίστως μια μεσαιωνική λογοτεχνία κι όχι μια παραλλαγή της αρχαίας’ , αναφέρει εύστοχα ο Rosenqvist .
Εν μέρει για αυτή την φιλολογική ‘κατηγορία’ είναι υπεύθυνοι και οι ίδιοι οι Βυζαντινοι συγγραφείς γιατί πράγματι αυτή η λογοτεχνία δίνει την εντύπωση ότι είναι περισσότερο αρχαία παρά μεσαιωνική και μάλιστα όχο μόνο από γλωσσικής και υφολογικής άποψης . Για παράδειγμα η χρήση αρχαίων και όχι των αντίστοιχών τους μεσαιωνικών λέξεων αποτελούσε απαράβατο κανόνα στη βυζαντινή συγγραφή , του οποίου η μη τήρηση δεν νοούνταν να υποθάλψει λογοτεχνική υπόσταση .
Η παφιωμένη , όμως , αυτή μορφολογική θέση είχε ως συνέπεια να επηρεαστεί και το περιεχόμενο των κειμένων . Έτσι , πολλά μεσαιωνικά κείμενα καταλήγουν να έχουν αχρονικό χαρακτήρα , ο οποίος ενισχύεται από την παράθεση αρχαίων κειμενικών αποσπασμάτων ή έστω από την υπαινικτική αναφορά τους . Το γεγονός δυσκολεύει και το έργο της χρονολόγησης των αχρονολόγητων ως τώρα κειμένων . Παρακάτω , θεωρείται σκόπιμη η παράθεση αποσπάσματος από το προαναφερθέν βιβλίο του Jan Olof Rosenqvist , που ενισχύει τα παραπάνω επιχειρήματα . ‘Αντί να θεωρήσουμε τα παραθέματα και τις διάφορες νύξεις ως δείγματα της έλλειψης αυτονομίας που χαρακτηρίζει ένα λογοτεχνικό έργο , ίσως είναι σκόπιμο να επισημάνουμε τη θετική συμβολή τους στην κατανόηση του κειμένου .
Κατά την επικοινωνία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη τα κειμενικά αυτά στοιχεία μπορεί να λειτουργήσουν ως δραστικά σήματα , τα οποία δίνουν στο συγγραφέα τη δυνατότητα να δημιουργεί με μικρά μέσα συνειρμούς που φωτίζουν το περιεχόμενο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία . Η σύγχρονη λογοτεχνία χρησιμοποιεί συχνά παρόμοια μέσα για τον ίδιο σκοπό . Εν προκειμένω , το φαινόμενο ονομάζεται , ως γνωστόν , «διακειμενικότητα» και απασχόλησε εντατικά τα τελευταία χρόνια τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας .
Τα πορίσματα μιας έρευνας αυτού του είδους θα μπορούσαν να διατυπωθούν με τη μορφή ενός «υπομνήματος παραλλήλων» , το οποίο θα ήταν αντίστοιχο με αυτό που συντάσσουν συνήθως οι εκδότες των βυζαντινών κειμένων .
‘ part 2 .
Δεν υπάρχουν σχόλια: